βύνη

βύνη, ,
A malt for brewing, PHolm.15.33, PLeid.X.22, Aët.10.29.
II = πεύκη, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Βύνη — the sea goddess Ino fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βύνη — malt for brewing fem nom/voc sg (attic epic ionic) βύνις fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) βύ̱νη , βυνέω pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) βύ̱νη , βυνέω imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βύνῃ — Βύνη the sea goddess Ino fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βύνῃ — βύνη malt for brewing fem dat sg (attic epic ionic) βύνηι , βύνις fem dat sg (epic) βυνέω pres subj mp 2nd sg βυνέω pres ind mp 2nd sg βυνέω pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βύνη — η (Α βύνη) φρυγμένο κριθάρι που χρησιμοποιείται για την κατασκευή μπίρας. [ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ. άγνωστης προελεύσεως] …   Dictionary of Greek

  • βύνη — η ψημένο κριθάρι που χρησιμοποιείται στην κατασκευή μπίρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βύνην — Βύνη the sea goddess Ino fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βύνην — βύνη malt for brewing fem acc sg (attic epic ionic) βυνέω pres inf act (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βύνης — Βύνη the sea goddess Ino fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βύνης — βύνη malt for brewing fem gen sg (attic epic ionic) βύνις fem nom/voc pl (doric aeolic) βύ̱νης , βυνέω imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μπίρα — Αλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση βύνης (κριθαριού που πέταξε βλαστό), αρωματισμένης με λυκίσκο. Η μ. και τα ανάλογα ποτά που προέρχονται από τη ζύμωση άλλων δημητριακών είναι από τα πιο αρχαία και τα πιο διαδεδομένα. Τη χρησιμοποιούσαν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.